Το πανί / The cloth

Το πανί

The cloth

Το τμήμα της οδού που με ενδιαφέρει είναι σε μεγάλη κλίση και αποτελείται από πεζόδρομο και σκάλες που οδηγούν προς την άνω πόλη και το κάστρο, και συνδέουν αυτές τις περιοχές με την κεντρική πλατεία της Πάτρας, την πλατεία Γεωργίου.

Ξεκινώντας λοιπόν κανείς από την κορυφή της σκάλας, βυθίζεται στην πόλη μέσω ενός καλά ορατού περάσματος – άξονα και με σαφή κατεύθυνση προς τη θάλασσα. Εκατέρωθεν της σκάλας υπάρχουν διάφορα μπάρ και καφετέριες όπου και συγκεντρώνεται πλήθος ανθρώπων. Ο χώρος αποτελεί βασικό πέρασμα για τους πολίτες της Πάτρας. Τα τελευταία χρόνια οι σκάλες της Γεροκωστοπούλου έχουν γίνει “στέκι” για τους νέους της πόλης και από πέρασμα έχουν μετατραπεί σε χώρο στάσης, αφού καταλαμβάνονται από καθισμένους κι όρθιους ανθρώπους για πολλές ώρες, από αργά το απόγευμα μέχρι αργά το βράδυ. Έχει μεταφερθεί κατά κάποιο τρόπο ο χώρος διασκέδασης από τα γύρω μπάρ στην υπαίθρια σκάλα.

Σε αυτόν τον τόπο, τον καταγεγραμμένο στη μνήμη ως ενιαίο και δεδομένο, επέλεξα να παρέμβω προσωρινά. Τοποθέτησα ένα μαλακό όριο, ένα πανί, που διατρέχει σε μία τεθλασμένη πορεία όλο το μήκος της σκάλας, ορίζοντας νέους χώρους, κλείνοντας περάσματα και ανοίγοντας νέα. Το πανί σε κάποια τμήματα περιέκλειε τη σκάλα, δημιουργώντας ‘δωμάτια’ και διέθετε σχισμές, μέσω των οποίων γινόταν η πρόσβαση από τον ένα χώρο στον επόμενο. Κατά την κατάβαση στη σκάλα, σε κάθε ‘δωμάτιο’ κυριαρχούσε το αίσθημα βύθισης στην πόλη, αφού διαμέσου των σχισμών είχαμε άνοιγμα στη θέα και αμέσως μετά κάθοδο, απέναντι σε ένα ακόμη πέτασμα. Ο υπάρχων δημόσιος φωτισμός της σκάλας δημιουργούσε πάνω στο πανί ένα παιχνίδι σκιών που ενέτεινε την περιέργεια και προσμονή για την αποκάλυψη των δωματίων διαδοχικά, αλλά και μετέτρεπε το κάθε δωμάτιο σε μικρό αμφιθέατρο με παράσταση σκιών.

Το πανί έμεινε για αρκετές ώρες στο χώρο, με τους ανθρώπους να προσαρμόζονται στο νέο χωρικό δεδομένο, στην αρχή σαν παιχνίδι. Τέλος, το ένα μετά το άλλο, τα πάνινα πετάσματα καταρρίφθηκαν από τον κόσμο, για να αποκαλύψουν τη συνέχεια του χώρου και να συνδέσουν, οπτικά τουλάχιστον, όσους είχαν παραμείνει εκεί μέχρι αργά το βράδυ.

The part of the street that interests me is on a sharp incline and consists of a pedestrian way and stairs that lead up to the upper city and the castle and connect these areas to Patras’s main square, Georgiou Square.

Starting out, therefore, at the top of the steps, one is immersed in the city through a clearly visible thoroughfare/axis, its direction straight towards the sea. On either side of the steps there are crowded bars and cafeterias. The space constitutes a main thoroughfare for the citizens of Patras. In recent years, the steps of Gerokostopoulou Street have become a hangout for the city’s youth and have been transformed from a thoroughfare into a meeting place, since they are occupied for many hours by people sitting and standing, from late afternoon until late at night. In a way, the recreation offered in the surrounding bars has shifted to the open-air steps.

It is in this place – recorded in the collective memory as a unified, given place – that I chose to intervene temporarily. I placed a soft limit – a piece of cloth – which zig-zagged through the entire length of the steps, defining new spaces, closing thoroughfares and opening new ones. The cloth enclosed the steps at certain points, creating ‘rooms,’ while it was also slit in places, allowing access from one space to the next. When descending the steps and entering each ‘room’, one was overcome by a feeling of being immersed in the city, since the slits in the cloth gave access to the view. Descending further, one was faced with yet another curtain. The existing public lighting of the steps created a play of shadows on the cloth; this intensified one’s curiosity and anticipation of the series of rooms to be revealed, while also transforming each ‘room’ into a small amphitheater showing a shadow play.

The cloth remained in the space for several hours, with people adapting to the new spatial given. At first it was like a game. In the end, one after the other, the cloth curtains were torn down by the people, revealing the continuity of the space and linking, at least visually, the people who had stayed there late into the night.